5.6.11

Οδηγίες- παραδείγματα για το πώς να νιώσουμε φόβο/ Instrucciones-ejemplos sobre la forma de tener miedo


του Χούλιο Κορτάσαρ

μετάφραση: Παπαδάκη Ειρήνη
Σε ένα χωριό της Σκωτίας πουλάνε βιβλία με μια λευκή σελίδα χαμένη σε κάποιο σημείο του τόμου. Αν ένας αναγνώστης πέσει σε αυτή τη σελίδα στις τρεις το μεσημέρι, πεθαίνει.
Στην  πλατεία του Κιρινάλε, στη Ρώμη, υπάρχει ένα σημείο που γνώριζαν τα μέλη μυστικιστικών οργανώσεων μέχρι τον 19ο αιώνα, και από το οποίο, με πανσέληνο, φαίνεται πώς κινούνται τα αγάλματα των Διόσκουρων που παλεύουν με τα ανασηκωμένα άλογά τους.
Στο Αμάλφι, στο τέλος της προκυμαίας, υπάρχει μία αποβάθρα που μπαίνει στη θάλασσα και στη νύχτα. Ακούγεται το γάβγισμα ενός σκύλου πιο πέρα από το τελευταίο φως του δρόμου.
Ένας κύριος βάζει οδοντόκρεμα στη οδοντόβουρτσα του. Ξαφνικά βλέπει, ξαπλωμένη με γυρισμένη πλάτη, μια μικροσκοπική εικόνα γυναίκας, από κοράλλι ή από ζωγραφισμένη ψίχα ψωμιού. 
Ανοίγοντας τη ντουλάπα για να πάρουμε ένα πουκάμισο, πέφτει ένα παλιό ημερολόγιο που διαλύεται, του φεύγουνε τα φύλλα, καλύπτει τα λευκά ρούχα με χιλιάδες βρωμικες πεταλούδες από χαρτί.
Είναι γνωστό για ένα πλανόδιο πωλητή που άρχισε να τον πονάει ο δεξιός καρπός του, άκριβώς κάτω απ’το ρολόι. Στο τράβηγμα του ρολογιού, ξεπήδησε αίμα: η πληγή έδειχνε ένα σημάδι από κάτι πολύ λεπτά δόντια. 
Ο γιατρός τελειώνει την εξέτασή και μας καθησυχάζει. Η μπάσα και φιλική φωνή του προηγείται των φαρμάκων, τα οποία μας συνταγογραφεί, καθισμένος στο γραφείο του. Που και που σηκώνει το κεφάλι και χαμογελάει, εμψυχώνοντάς μας. Δεν είναι τίποτα σοβαρό, σε μια βδομάδα θα είμαστε καλά. Βυθιζόμαστε στην πολυθρόνα, ευτυχισμένοι, και κοιτάζουμε αφηρημένα γύρω γύρω. Ξαφνικά, στο ημιφως κάτω απ’το γραφείο βλέπουμε τα πόδια του γιατρού. Έχει σηκώσει το παντελόνι μέχρι τους μηρούς, και φοράει γυναικείες κάλτσες. 


de Julio Cortazar
En un pueblo de Escocia venden libros con una página en blanco perdida en algún lugar del volumen. Si un lector desemboca en esa página al dar las tres de la tarde, muere.
En la plaza del Quirinal, en Roma, hay un punto que conocían los iniciados hasta el siglo XIX, y
desde el cual, con luna llena, se ven moverse lentamente las estatuas de los Dióscuros que luchan con sus caballos encabritados
En Amalfí, al terminar la zona costanera, hay un malecón que entra en el mar y la noche. Se oye ladrar a un perro más allá de la última farola.
Un señor está extendiendo pasta dentrífica en el cepillo. De pronto ve, acostada de espaldas, una diminuta imagen de mujer, de coral o quizá de miga de pan pintada. 
Al abrir el ropero para sacar una camisa, cae un viejo almanaque que se deshace, se deshoja, cubre la ropa blanca con miles de sucias mariposas de papel.
Se sabe de un viajante de comercio a quien le empezó a doler la muñeca izquierda, justamente debajo del reloj de pulsera. Al arrancarse el reloj, saltó la sangre: la herida mostraba la huella de unos dientes muy finos.
El médico termina de examinarnos y nos tranquiliza. Su voz grave y cordial precede los medicamentos cuya receta escribe ahora, sentado ante su mesa. De cuando en cuando alza la cabeza y sonríe, alentándonos. No es de cuidado, en una semana estaremos bien. Nos arrellanamos en nuestro sillón, felices, y miramos distraídamente en torno. De pronto, en la penumbra debajo de la mesa vemos las piernas del médico. Se ha subido los pantalones hasta los muslos, y tiene medias de mujer.

No comments:

Post a Comment