5.6.11

Το μυστικό του κακού / El secreto del mal



                                                                       Του Ρομπέρτο Μπολάνιο
                                                                                                                       Μετάφραση: Παπαδάκη Ειρήνη
Αυτό το διήγημα είναι πολύ απλό αν και θα μπορούσε να είναι πολύ περίπλοκο. Επίσης: είναι ένα ημιτελές διήγημα, γιατί αυτού του τύπου οι ιστορίες δεν τελειώνουν. Είναι νύχτα στο Παρίσι και ένας Αμερικάνος δημοσιογράφος κοιμάται. Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο και κάποιος, σε αγγλικά χωρίς καμία χαρακτηριστική προφορά, ζητάει τον Τζόε Α. Κέλσο. Ο δημοσιογράφος απαντάει ότι είναι ο ίδιος και ρίχνει μια ματιά στο ρολόι του. Είναι τέσσερις το πρωί, δεν έχει κοιμηθεί πάνω από τρείς ώρες και είναι κουρασμένος. Η φωνή απ’ την άλλη άκρη της γραμμής λέει ότι πρέπει να τον συναντήσει για να του μεταφέρει μια πληροφορία. Ο δημοσιογράφος ρωτάει περί τίνος πρόκειται. Όπως συνήθως συμβαίνει με αυτού του είδους τα τηλεφωνήματα, η φωνή δεν αποκαλύπτει τίποτα. Ο δημοσιογράφος τού ζητάει, τουλάχιστον, κάποιο στοιχείο. Η φωνή, σε ολόσωστα αγγλικά, πολύ καλύτερα απ’ του Κέλσο, του λέει ότι προτιμάει να τον δει προσωπικά. Aμέσως, προσθέτει, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Πού; Ζητάει να μάθει ο Κέλσο. Η φωνή αναφέρει μια γέφυρα του Παρισιού. Και προσθέτει: Σε είκοσι λεπτά μπορείτε να είστε εκεί με τα πόδια. Ο δημοσιογράφος που είχε πάει σε εκατοντάδες παρόμοιες συναντήσεις, απαντάει ότι σε μισή ώρα θα είναι εκεί. Όσο ντύνεται σκέφτεται ότι είναι ένας μάλλον αδέξιος τρόπος για να χαλάσει το βράδυ του, αλλά την ίδια στιγμή συνειδητοποιεί, με ελαφριά έκπληξη, ότι πια δε νυστάζει, ότι το τηλεφώνημα, παρ’ όλο που είναι προβλέψιμο, τον έχει ξαγρυπνήσει. Όταν φτάνει στη γέφυρα, πέντε λεπτά πιο αργά απ’ τη συμφωνημένη ώρα, βλέπει μόνο κάτι αυτοκίνητα. Στέκεται για λίγο στη μία άκρη, και περιμένει. Στη συνέχεια διασχίζει τη γέφυρα, που είναι ακόμα ερημική, και αφού περιμένει μερικά λεπτά στην άλλη άκρη τελικά την ξαναδιασχίζει και αποφασίζει να θεωρήσει λήξαν το νυχτερινό συμβάν και να γυρίσει σπίτι για ύπνο. Στο δρόμο για το σπίτι σκέφτεται τη φωνή: δεν ήταν Αμερικανού, γι’ αυτό είναι σίγουρος, ούτε και Άγγλου, αν και αυτό δε θα μπορούσε να το διαβεβαιώσει. Ίσως ενός Νοτιοαφρικάνου ή Αυστραλού, σκέφτεται, ή μπορεί ενός Ολλανδού, ή κάποιου Βορειοευρωπαίου που έμαθε αγγλικά στο σχολείο και τα τελειοποίησε σε διάφορες αγγλόφωνες χώρες. Ενώ διασχίζει ένα δρόμο ακούει κάποιον να τον φωνάζει. Κύριε Κέλσο. Κατ’ ευθείαν συνειδητοποιεί ότι αυτός που τον φωνάζει είναι ο ίδιος που του είχε κλείσει ραντεβού στη γέφυρα. Η φωνή βγαίνει από μια σκοτεινή είσοδο πολυκατοικίας. Ο Κέλσο κοντοστέκεται, αλλά η φωνή τον διατάζει να συνεχίσει να περπατάει.
Όταν φτάνει στην επόμενη γωνία ο δημοσιογράφος γυρνάει και δε βλέπει κανένα να τον ακολουθεί. Μπαίνει στον πειρασμό να γυρίσει πίσω, αλλά αφού αμφιταλαντεύεται για μια στιγμή, αποφασίζει ότι το καλύτερο είναι να συνεχίσει το δρόμο του. Ξαφνικά ένας τύπος πετάγεται από ένα παράδρομο και τον χαιρετάει. Ο Κέλσο ανταποδίδει το χαιρετισμό. Ο τύπος του δίνει το χέρι. Σάτσα Πίνσκυ, λέει. Ο Κέλσο του σφίγγει το χέρι και λέει, με τη σειρά του, το όνομά του. Αυτός ο κάποιος Πίνσκυ, τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη. Τον ρωτάει αν του κάνει κέφι ένα ουίσκι. Για την ακρίβεια λέει: ένα ουισκάκι. Τον ρωτάει αν πεινάει. Τον διαβεβαιώνει ότι ξέρει ένα μπαρ ανοιχτό τέτοια ώρα με ζεστά, φρεσκοψημένα κρουασάν. Ο Κέλσο τον παρατηρεί στο πρόσωπο. Ο Πίνσκυ φοράει καπέλο άλλα ακόμα και έτσι μπορεί να αντιληφθεί την άσπρη, χλωμή του φάτσα, σα να ήταν έγκλειστος για χρόνια. Άλλα πού; Σκέφτεται ο Κέλσο. Σε φυλακή ή ψυχιατρικό ίδρυμα. Όπως και να’ χει, είναι αργά πια για να κάνει πίσω και τα ζεστά κρουασάν δελεάζουν τον Κέλσο. Το μέρος λέγεται Chez Pain και παρ’ όλο που είναι στη γειτονιά του, αν και σε ένα μικρό και ερημικό δρομάκι, είναι η πρώτη φορά που μπαίνει και μάλλον η πρώτη φορά που το βλέπει. Τα μέρη που συχνάζει ο δημοσιογράφος βρίσκονται, ως επί το πλείστον, στο Μοντπαρνάς και έχουν την αίγλη ενός κάποιου αμφιλεγόμενου θρύλου: το μπαρ όπου έφαγε κάποτε ο Σκοτ Φίτζεραλντ, το μπαρ όπου οι Τζόις και Μπέκετ ήπιαν ιρλανδέζικο ουίσκι, το μπαρ του Χέμινγουει, το μπαρ του Τζον Ντος Πάσος και το μπαρ του Τρούμαν Καπότε και του Τένεσι Γουίλιαμς. Στο Chez Pain τα κρουασάν είναι, πράγματι, πολύ καλά και φρέσκα και ο καφές μια χαρά. Γεγονός που κάνει τον Κέλσο να σκεφτεί ότι αυτός ο Πίνσκυ ενδεχομένως είναι, τρομακτική πιθανότητα, κάτοικος της γειτονιάς. Όσο αναλογίζεται την πιθανότητα, ο Κέλσο ανατριχιάζει. Ένας φορτικός τύπος, ένας παρανοϊκός, ένας τρελός που παρακολουθεί τα πάντα χωρίς, με τη σειρά του, να γίνεται αντιληπτός, κάποιος απ’ τον οποίο θα δυσκολευτεί να απαλλαχθεί. Ωραία, λέει τελικά, σας ακούω. Ο χλωμός τύπος, που δεν τρώει και πίνει με μικρές γουλιές μια κούπα καφέ, τον κοιτάζει και χαμογελάει. Το χαμόγελό του είναι, με κάποιον τρόπο, ένα χαμόγελο υπερβολικά θλιμμένο, και κουρασμένο, σα μονάχα μέσα απ’ αυτό να επιτρέπει στον εαυτό του να εξωτερικεύσει την κούραση, την εξουθένωση και την έλλειψη ύπνου. Όταν σταματάει να χαμογελάει, παρ’ όλα αυτά, το πρόσωπό του ανακτά κατ’ ευθείαν την παγερή του έκφραση.



                                                                                                                                    de Roberto Bolaño

Este cuento es muy simple aunque hubiera podido ser muy complicado. También: es un cuento inconcluso, porque este tipo de historias no tienen un final. Es de noche en París y un periodista norteamericano está durmiendo. De pronto suena el teléfono y alguien, en un inglés sin acento de ninguna parte, le pregunta por Joe A. Kelso. El periodista responde que es él y luego mira el reloj. Son las cuatro de la mañana y no ha dormido más de tres horas y está cansado. La voz al otro lado del teléfono le dice que tiene que verlo para transmitirle una información. El periodista pregunta de qué se trata. Como suele suceder con este tipo de llamadas, la voz no suelta prenda. El periodista le pide, al menos, una pista. La voz, en un inglés correctísimo, mucho mejor que el de Kelso, le dice que prefiere verlo personalmente. De inmediato, añade, no hay tiempo que perder. ¿En dónde?, inquiere Kelso. La voz menciona un puente de París. Y añade: En veinte minutos puede llegar caminando. El periodista, que ha tenido cientos de citas semejantes, contesta que en media hora estará allí. Mientras se viste piensa que es una manera bastante torpe de arruinarse la noche, pero al mismo tiempo se da cuenta, con un ligero asombro, de que ya no tiene sueño, que la llamada, pese a su previsibilidad, lo ha desvelado. Cuando llega al puente, cinco minutos más tarde de lo convenido, sólo ve coches. Durante un rato permanece quieto en un extremo, esperando. Luego cruza el puente, que sigue solitario, y tras aguardar unos minutos en el otro extremo finalmente vuelve a cruzarlo y decide dar por concluida la noche y volver a casa y dormir. Mientras camina de regreso a casa piensa en la voz: no era un norteamericano, de eso está seguro, tampoco era un inglés, aunque eso ya no podría asegurarlo. Tal vez un surafricano o un australiano, piensa, o puede que un holandés, o alguien del norte de Europa que aprendió inglés en la escuela y que luego lo ha ido perfeccionando en distintos países angloparlantes. Cuando cruza una calle oye que alguien lo llama. Señor Kelso. De inmediato se da cuenta de que quien lo ha llamado es la persona que lo ha citado en el puente. La voz sale de un zaguán oscuro. Kelso hace el ademán de detenerse, pero la voz lo conmina a seguir caminando.
Cuando llega a la siguiente esquina el periodista se da vuelta y ve que nadie lo sigue. Está tentado a volver sobre sus pasos, pero tras vacilar un instante decide que lo mejor es continuar su camino. De pronto un tipo surge de una bocacalle y lo saluda. Kelso devuelve el saludo. El tipo le tiende una mano. Sacha Pinsky, dice. Kelso estrecha su mano y dice, a su vez, su nombre. El tal Pinsky le palmea la espalda. Le pregunta si le apetece tomar un whisky. En realidad dice: un whiskycito. Le pregunta si tiene hambre. Asegura conocer un bar abierto a esa hora que vende croissants calientes, acabados de hacer. Kelso lo mira a la cara. Pinsky lleva sombrero pero aun así se puede apreciar una jeta blanca, pálida, como si hubiera estado muchos años recluido. ¿Pero en dónde?, piensa Kelso. En una cárcel o en una institución para enfermos mentales. De todas maneras, ya es tarde para echarse atrás y los croissants calientes seducen a Kelso. El local se llama Chez Pain y pese a estar en su barrio, si bien en una calle pequeña y poco frecuentada, es la primera vez que entra y posiblemente la primera vez que lo ve. Los establecimientos a los que suele acudir el periodista están, en su mayoría, en Montparnasse y son lugares aureolados con una cierta ambigua leyenda: el bar donde comió alguna vez Scott Fitzgerald, el bar donde Joyce y Beckett bebieron whisky irlandés, el bar de Hemingway y el bar de John Dos Passos y el bar de Truman Capote y Tennessee Williams.En Chez Pain los croissants son, efectivamente, buenos y están recién hechos y el café no está nada mal. Lo que lleva a Kelso a pensar que el tal Pinsky probablemente sea, posibilidad horrenda, un vecino del barrio. Mientras sopesa esta posibilidad, Kelso se estremece. Un pesado, un paranoico, un loco que observa sin ser, a su vez, observado, alguien a quien le costará sacarse de encima. Bien, dice finalmente, usted dirá. El tipo pálido, que no come y bebe a sorbitos una taza de café, lo mira y sonríe. Su sonrisa es, de alguna manera, una sonrisa en extremo triste, y también cansada, como si sólo con ella se permitiera exteriorizar el cansancio, el agotamiento y la falta de sueño. Cuando deja de sonreír, sin embargo, sus facciones recobran instantáneamente la gelidez. 

No comments:

Post a Comment